Την Κυριακή της 9ης Ιουλίου του 2006 στον ουρανό του Βερολίνου ο τεράστιος Φάμπιο Καναβάρο ως αρχηγός της Σκουάντρα Ατζούρα σηκώνει το 4ο Παγκόσμιο Κύπελλο που κοσμεί την πλούσια τροπαιοθήκη της ποδοσφαιρικής Ιταλίας!

Ένα από τα καλύτερα τουρνουά που έγιναν ποτέ με Εθνικές τόσο δυνατές που μπορεί σε αυτή τη ζωή να μην τις ξαναδούμε.

Ενδεικτικά θα αναφέρω κάποια ονόματα από εκείνη την Ιταλία που το κατέκτησε, Καναβάρο, Μπουφόν, Νέστα, Ζαμπρότα, Πίρλο, Γκατούζο, Ντε Ρόσι, Τότι, Ινζάγκι, Ντελ Πιέρο. Μιλάμε για ιερά τέρατα της παγκόσμιας σκηνής του τότε αλλά και όλων των εποχών. Ο Καναβάρο εκείνη τη χρονιά ήταν ο πρώτος και μοναδικός αμυντικός παίκτης που πήρε τη Χρυσή Μπάλα μετά τον Μπεκενπάουερ τη δεκαετία του 1970.

Το τουρνουά το παρακολούθησα στενά και μπορώ να πω με σιγουριά πως τότε είδα έναν εξωγήινο να παίζει μπάλα μαζί με γήινους. Αν όχι εξωγήινο, είδα τον Θεό να μεταμορφώνεται σε Ζιντάν και να παίζει ποδόσφαιρο. Βασικά όχι ποδόσφαιρο, κάτι άλλο, κάτι σαν χορός με μπάλα και φιγούρες που δεν θα καταλάβαινε ούτε ο Νουρέγιεφ πως να τις αποτυπώσει. Στα γήπεδα της Γερμανίας οι εμφανίσεις του Ζιντάν ήταν ότι πιο όμορφο και κλασσάτο έχω δει από ποδοσφαιριστή σε όλη μου τη ζωή και αμφιβάλλω αν θα ξαναδώ ποτέ.

Γι’ αυτό άλλωστε πήρε και το βραβείο του mvp του τουρνουά. Ο επίλογος αυτού ήταν πως η παραπάνω καθ΄υπερβολή δήλωση μου πως «ο Θεός κατέβηκε να παίξει μπάλα ως Ζιντάν», να ερμηνεύεται ως υπεροβλική ρητορική καθώς ο μέγας Ζιζού τελικά ήταν άνθρωπος, όταν ο Ματεράτσι του έκανε trash talk για την αδελφή του και εκείνος με τη σειρά του προσγείωσε το κούτελο του στο στήθος του Ιταλού, στην παράταση του αγώνα.

Όλα τα παραπάνω είναι ένας πρόλογος για να καταδείξω την καθοδική πορεία του ποδοσφαίρου τα τελευταία χρόνια που συνοδεύονται παράλληλα από την ποδοσφαιρική δύση των δύο κορυφαίων ποδοσφαιριστών που γεννήθηκαν ποτέ κατά τη γνώμη μου, του Κριστιάνο Ρονάλντο και του Λιονέλ Μέσι. Η Εθνική Ιταλίας είναι η 2η κορυφαία εθνική ομάδα στην ιστορία μαζί με τη Γερμανία, με 4 κατακτήσεις παγκοσμίων Κυπέλλων, οι Βραζιλιάνοι έχουν 5. ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ να λείπεις από 3η συνεχόμενη διοργάνωση. Απλά δεν γίνεται. Ακόμη κι αν κατέκτησες το Ευρωπαϊκό το 2021, όταν λέγεσαι Ιταλία δεν μπορείς να απουσιάζεις από το Μουντιάλ, είναι ντροπιαστικό.

Κατά πολλούς μεταξύ των οποίων και εγώ, το πρόβλημα είναι η αλλαγή νοοτροπίας του ποδοσφαιριστή. Πλέον ο ποδοσφαιριστής είναι μια μηχανή παραγωγής χρήματος, είναι διάσημος, έχει το Instagram του με ότι συνεπάγεται σε έσοδα, με χορηγούς που τον ακολουθούν, με ομάδα marketing αφιερωμένη επάνω του, τη φήμη του κτλ. Κοινώς είναι ένας celebrity, πράγμα που τον απομακρύνει από την ουσία του ποδοσφαίρου και το τι πρεσβεύει αυτό.

Όταν φοράς μια φανέλα, αυτή έχει ένα έμβλημα και αυτό έχει μια ιστορία. Αυτό πλέον στους νέους ποδοσφαιριστές δεν λέει απολύτως τίποτα, καθώς μετά από ένα κακό αποτέλεσμα μπαίνουν στα λεωφορεία, ανοίγουν το tik-tok κάνουν πλάκα ο ένας με τον άλλον, λες και δεν έγινε τίποτα. Εκείνη την εποχή 20 χρόνια πριν, χτυπούσε ένα κινητό στα αποδυτήρια της Μάντσεστερ και ο Ρόι Κιν έψαχνε να βρει ποιανού ήταν για να τον κάνει μπαούλο στο ξύλο και ο νεαρός τότε Πικέ φοβόταν να πει ότι είναι δικό του. Βλέπεις τώρα στις φυσούνες τους αντίπαλους παίκτες να χαιρετιούνται, να χαμογελούν ο ένας στον άλλον και στο παρελθόν ξεκινούσαν τις κόντρες πριν το παιχνίδι, από τη φυσούνα ακόμη.

Ο Πίτερ Σμάιχελ όταν έφυγε από τη Γιουνάιτεντ μετά από λίγα χρόνια υπέγραψε στη Σίτι, όταν έπαιξαν οι δύο ομάδες αντίπαλες και πήγε να κάνει χειραψία ο Γκάρι Νέβιλ που ήταν αρχηγός της Γιουνάιτεντ τότε αρνήθηκε να δώσει το χέρι σε έναν άνθρωπο που γράψανε ιστορία μαζί, μόνο και μόνο επειδή σε λίγο θα παίζανε αντίπαλοι σε τοπικό ντέρμπι! Και καλά έκανε! Αν έχανες τότε σε τοπικό ντέρμπι δεν μπορούσες να βγεις από το σπίτι σου από τη ντροπή, γιατί αν πήγαινες στην τοπική pub ή σε κάποιο εστιατόριο το ξεφωνητό θα ήταν μεγάλο.

«Όταν φοράς τη φανέλα της Ιταλίας, κουβαλάς ιστορία, ευθύνη και περηφάνια. Δεν είναι απλώς μια ακόμη εθνική ομάδα, είναι μία από τις μεγαλύτερες στο ποδόσφαιρο. Στην εποχή μου, το ταλέντο ήταν σημαντικό, αλλά η νοοτροπία ήταν τα πάντα. Πειθαρχία, θυσία, σεβασμός στο έμβλημα, αυτά ήταν αδιαπραγμάτευτα. Σήμερα, δεν βλέπω το ίδιο επίπεδο πάθους. Δεν βλέπω παίκτες έτοιμους να δώσουν τα πάντα για τη φανέλα. Γιατί χωρίς ταυτότητα, χωρίς περηφάνια, χωρίς αίσθηση ευθύνης… η Ιταλία δεν είναι πια Ιταλία». Τάδε έφη Πάολο Μαλντίνι.

«Πάρα πολλοί παίκτες είναι άνετοι, υπερβολικά απορροφημένοι από τη φήμη, τα τατουάζ, τον τρόπο ζωής των διασήμων. Η συγκέντρωση έχει χαθεί, η πείνα σβήνει. Τώρα αντιμετωπίζουμε τον απόλυτο εξευτελισμό να χάσουμε το Παγκόσμιο Κύπελλο για 3η συνεχόμενη φορά. Για μια χώρα όπως η Ιταλία, αυτό δεν είναι απλώς αποτυχία… είναι ταπείνωση. Γιατί το ταλέντο από μόνο του δεν αρκεί ποτέ. Χωρίς νοοτροπία, χωρίς πειθαρχία, χωρίς περηφάνια… δεν έχεις τίποτα». Τάδε έφη Φραντσέσκο Τότι.

Σας έβαλα δύο φράσεις που είπαν δύο απόλυτα πετυχημένοι ποδοσφαιριστές που πέρασαν όλη τους της ζωή σε μια ομάδα. Αν δείτε το βίντεο που σας βάζω εδώ, την ημέρα που ο Τότι σταμάτησε από τη Ρόμα έκλεγε όλη η πόλη και μαζί εμείς που βλέπαμε αυτά τα πλάνα. Ο Μαλντίνι, ο Τότι, ο Γκιγγς, ο Τζέραρντ, ο Τσάβι, ο Πουγιόλ, ο Ζανέτι, ο Ινιέστα, παίκτες που έμειναν πιστοί σε ένα club, στρατιώτες για όλη τους τη ζωή. Ο Τότι έκοψε λεφτά από τον μισθό του για να φέρουν τον Μπατιστούτα και να πάνε για πρωτάθλημα. Σε όλα αυτά ο άλλοτε παίκτης της Μίλαν Μανιαμέλι κατήγγειλε πως το σύστημα του Ιταλικού ποδοσφαίρου διακατέχεται από έντονο παρασκήνιο με παίκτες που κάνουν καριέρα με φακελάκια χρηματίζοντας μάνατζερς, άνρθωποι αμόρφωτοι σε επίκαιρες θέσεις που κάνουν τα πάντα για λίγα χρήματα!

Το ποδόσφαιρο νοσεί γιατί τα εμβλήματα, η πειθαρχία, η περηφάνεια και η νοοτροπία, έδωσαν τη θέση τους σε κακομαθημένα παιδάκια που δεν ξέρουν τι θα πει όχι, που έχουν προσωπικό μάνατζερ, προσωπικό βοηθό, προσωπικό σεφ, προσωπικό γυμναστή που το μόνο που κάνουν είναι να λένε ναι στα κάθε καπρίτσια τους. Πλέον οι ομάδες πριν αγοράσουν έναν παίκτη – περιουσιακό στοιχείο κοιτάνε και πόσους followers έχει γιατί είναι πιθανό αγοραστικό κοινό. Οπότε την επόμενη φορά που θα απορείτε γιατί ο Κουτίνιο πωλήθηκε 145 εκατομμύρια ή ο Νειμάρ 220, ο Φέλιξ 125 κτλ., να μην αναρωτιέστε για την ποδοσφαιρική αλλά για την εμπορική αξία τους.